ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Γλωσσάριο
| Όρος | Ορισμός |
|---|---|
| Φατνία (τα) Κατηγορία: Φωνητική-φωνολογία |
Πρόκειται για τα κομμάτια της γνάθου που στηρίζουν τα δόντια. Στη γλωσσολογία, ο όρος αναφέρεται κατά κανόνα στα φατνία της άνω γνάθου, το σκληρό δηλαδή εξόγκωμα πίσω από τα μπροστινά πάνω δόντια. |
| Φωνήεν Κατηγορία: Φωνητική-φωνολογία |
Ένας ήχος που παράγεται όταν (α) πάλλονται οι φωνητικές χορδές και (β) δεν υπάρχει στένωση ή φραγμός στην έξοδο του αέρα. |
| Φώνημα Κατηγορία: Φωνητική-φωνολογία |
Μια αφηρημένη νοητική μονάδα ήχου, που χρησιμοποιείται για να δομήσει γλωσσικά σημεία. Τα φωνήματα είναι οι μικρότερες μονάδες ήχου που έχουν διαφοροποιητική αξία: δηλαδή αν αλλάξουν, μεταβάλλεται η σημασία μιας λέξης (/‘γalos/ <—> /‘kalos/). |
| Φωνολογία Κατηγορία: Φωνητική-φωνολογία |
Πρόκειται για τον κλάδο της γλωσσολογίας που μελετά τη γλώσσα στο επίπεδο των ήχων (φωνημάτων) που τη συγκροτούν. |