ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Γλωσσάριο
| Όρος | Ορισμός |
|---|---|
| Λέξη Κατηγορία: Γενικές έννοιες |
Στη γλωσσολογία, ο όρος μπορεί να δηλώνει: (α) μια γραμματική μονάδα, δηλαδή ένα μορφημα ή συνδυασμό μορφημάτων, (β) μια φωνολογική μονάδα, δηλαδή μια ακολουθία φθόγγων ανάμεσα σε δύο παύσεις, ή (γ) μια ορθογραφική μονάδα, δηλαδή μια ακολουθία γραμμάτων που διακρίνεται από το περικείμενό της με διαστήματα και σημεία στίξης. Σχόλια: Βλ. και "λέξημα" |
| Λέξημα Κατηγορία: Μορφολογία |
Είναι μια αφηρημένη γλωσσική μονάδα που συμπεριλαμβάνει πολλές σημασιολογικά παρόμοιες λέξεις, όπως το "μεγάλος", "μεγαλύτερος", "μεγαλύτερη" κλπ. |
| Λεξικό μόρφημα Κατηγορία: Μορφολογία |
Πρόκειται για ένα μόρφημα που δηλώνει ένα αντικείμενο, μια ιδιότητα, μια ενέργεια, μια κατάσταση, ή κάτι άλλο για το οποίο υπάρχει αντικείμενο αναφοράς στον πραγματικό κόσμο (π.χ. "χτες", {πον-}, στις λέξεις "πόναω" και "πόνος" Σχόλια: Δες και "γραμματικό μόρφημα" |