ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Γλωσσάριο
| Όρος | Ορισμός |
|---|---|
| γλώσσα Κατηγορία: Γενικές έννοιες |
1. Όταν ο όρος «γλώσσα» αποδίδει τον Σωσσυρικό όρο Langue, αναφέρεται στο αφηρημένο σύστημα σημείων και κανόνων που χρησιμοποιεί μια κοινωνική ομάδα για την επικοινωνία της. 2. Ο όρος μπορεί να αναφέρεται και ευρύτερα στην γενική ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί λεκτικά. |
| Γλωσσαμυντορισμός Κατηγορία: Διαχρονικές οπτικές |
Η ιδεολογία και οι γλωσσικές πρακτικές που αποσκοπούν στο να ανασχέσουν τη γλωσσική αλλαγή. |
| Γλωσσικό σημείο Κατηγορία: Γενικές έννοιες |
Το γλωσσικό σημείο είναι ένα από τα στοιχεία που αποτελούν μια γλώσσα, περίπου αντίστοιχο προς τη λέξη. Έχει δύο όψεις: μια νοητική αναπαράσταση (το σημαινόμενο) και μια ακουστική αναπαράσταση (το σημαίνον). |
| Γραμματικό μόρφημα Κατηγορία: Μορφολογία |
Πρόκειται για ένα μόρφημα που δηλώνει ενδογλωσσικές σχέσεις, όπως γραμματική κατηγορία, χρόνος, γένος, αριθμό κ.α. |
| γραμματικότητα Κατηγορία: Σύνταξη |
Είναι η ιδιότητα μιας ορθά σχηματισμένης πρότασης. Μια ορθά σχηματισμένη πρόταση πληροι τα κριτήρια γραμματικότητας, ενώ μια πρόταση που τα παραβιάζει ονομάζεται αντιγραμματική (π.χ. *Θα δεν ξέρω απαντηση) |
| Γραμμικότητα (του σημαίνοντος) Κατηγορία: Γενικές έννοιες |
Πρόκειται για την ιδιότητα του σημαίνοντος να εκτυλίσσεται στο χρόνο. Τα στοιχεία που δομούν το σημαίνον (οι ήχοι) διαδέχονται το ένα το άλλο με μια ορισμένη σειρά, η οποία μάλιστα διαφοροποιεί τη σημασία. Για παράδειγμα, οι ήχοι /γ/, /a/, /l/, /o/ και /s/ δεν προφέρονται όλοι ταυτόχρονα, και επίσης είναι διαφορετικό αν τους βάλουμε στη σειρά /‘γalos/ απ’ό,τι αν τους βάλουμε στη σειρά /la’γοs/. |