Α | Γ | Δ | Ε | Κ | Λ | Μ | Ο | Π | Ρ | Σ | Υ | Φ
Όρος Ορισμός
γλώσσα
Κατηγορία: Γενικές έννοιες
1. Όταν ο όρος «γλώσσα» αποδίδει τον Σωσσυρικό όρο Langue, αναφέρεται στο αφηρημένο σύστημα σημείων και κανόνων που χρησιμοποιεί μια κοινωνική ομάδα για την επικοινωνία της. 2. Ο όρος μπορεί να αναφέρεται και ευρύτερα στην γενική ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί λεκτικά.
Γλωσσαμυντορισμός
Κατηγορία: Διαχρονικές οπτικές
Η ιδεολογία και οι γλωσσικές πρακτικές που αποσκοπούν στο να ανασχέσουν τη γλωσσική αλλαγή.
Γλωσσικό σημείο
Κατηγορία: Γενικές έννοιες
Το γλωσσικό σημείο είναι ένα από τα στοιχεία που αποτελούν μια γλώσσα, περίπου αντίστοιχο προς τη λέξη. Έχει δύο όψεις: μια νοητική αναπαράσταση (το σημαινόμενο) και μια ακουστική αναπαράσταση (το σημαίνον).
Γραμματικό μόρφημα
Κατηγορία: Μορφολογία
Πρόκειται για ένα μόρφημα που δηλώνει ενδογλωσσικές σχέσεις, όπως γραμματική κατηγορία, χρόνος, γένος, αριθμό κ.α.
γραμματικότητα
Κατηγορία: Σύνταξη
Είναι η ιδιότητα μιας ορθά σχηματισμένης πρότασης. Μια ορθά σχηματισμένη πρόταση πληροι τα κριτήρια γραμματικότητας, ενώ μια πρόταση που τα παραβιάζει ονομάζεται αντιγραμματική (π.χ. *Θα δεν ξέρω απαντηση)
Γραμμικότητα (του σημαίνοντος)
Κατηγορία: Γενικές έννοιες
Πρόκειται για την ιδιότητα του σημαίνοντος να εκτυλίσσεται στο χρόνο. Τα στοιχεία που δομούν το σημαίνον (οι ήχοι) διαδέχονται το ένα το άλλο με μια ορισμένη σειρά, η οποία μάλιστα διαφοροποιεί τη σημασία. Για παράδειγμα, οι ήχοι /γ/, /a/, /l/, /o/ και /s/ δεν προφέρονται όλοι ταυτόχρονα, και επίσης είναι διαφορετικό αν τους βάλουμε στη σειρά /‘γalos/ απ’ό,τι αν τους βάλουμε στη σειρά /la’γοs/.