Εισαγωγή στην Κλασική Αρχαιολογία ΙΙ (5ος - 4ος αι. π.Χ.)

Iφιγένεια Λεβέντη

Περιγραφή

Το μάθημα αποτελεί εισαγωγή στην Kλασική Aρχαιολογία και καλύπτει την κλασική περίοδο. Παρακολουθούμε τις βασικές γραμμές εξέλιξης και τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά στην αρχιτεκτονική και την τοπογραφία, την πλαστική, την κεραμική/αγγειογραφία και τη μνημειακή ζωγραφική. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκαν αυτές οι εκφάνσεις του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Στόχος του μαθήματος είναι να εξοικειώσει τον φοιτητή αλλά και τον μη ειδικό με τους επιμέρους κλάδους της αρχαίας ελληνικής τέχνης και αρχαιολογίας.

Κωδικός: SEAD204
Κατηγορία: Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας » Προπτυχιακό
CC - Αναφορά - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή
CC - Αναφορά - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή

Θεματικές Ενότητες

Αυτή η θεματική ενότητα συνιστά εισαγωγή στο μάθημα της Κλασικής Αρχαιολογίας (5ος-4ος αι. π.Χ.).

 

Λέξεις Κλειδιά: Aρχιτεκτονική, Τοπογραφία, Γλυπτική, Αγγειογραφία

Στην περίοδο αυτή τόσο στα ερυθρόμορφα όσο και στα αγγεία λευκού βάθους είναι φανερή η επίδραση της μνημειακής ζωγραφικής (Μίκων, Πολύγνωτος). Οι μορφές τοποθετούνται σε διαφορετικά επίπεδα πάνω στο πεδίο και μπορεί να κρύβονται επίσης εν μέρει πίσω από λόφους ή βράχους, εισάγοντας σε αυτές τις συνθέσεις τη διαβάθμιση σε έναν τρισδιάστατο χώρο. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της τάσης είναι ο Ζωγράφος των Νιοβιδών. Οι μορφές τώρα χαρακτηρίζονται για το ήθος και την έκφραση του συναισθηματικού κόσμου τους. Ο Ζωγράφος του Πανός που ανήκει στην ίδια περίοδο χαρακτηρίζεται ως μανιεριστής, καθώς χρησιμοποιεί στις συνθέσεις του πάνω στα αγγεία μοτίβα παλαιότερων περιόδων με επιτηδευμένο τρόπο. Σημαντικός κυλικογράφος με φυσιοκρατικό σχέδιο είναι ο Ζωγράφος της Πενθεσίλειας, ενώ άλλοι κυλικογράφοι όπως ο Δούρις, ο Μάκρων και ο Ζωγράφος του Βρύγου δραστηριοποιούνται στο μεταίχμιο αρχαϊκής και πρώιμης κλασικής περιόδου. Τέλος, ο Σωτάδης είναι διάσημος στον αττικό Kεραμεικό για τα ευφάνταστα και υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας πλαστικά αγγεία του, σε σχήμα κεφαλής ζώων, ιππεύουσας Αμαζόνας και κροκοδείλου που κατασπαράζει νεαρό νέγρο.

 

Λέξεις Κλειδιά: Μνημειακή Ζωγραφική. Πολύγνωτος, Ζωγράφος των Νιοβιδών, Ζωγράφος του Πανός, Zωγράφος του Αχιλλέως, Zωγράφος της Ερέτριας, Ζωγράφος του Μειδία, λευκές λήκυθοι.

Μετά από τους Περσικούς Πολέμους, η αθηναϊκή Δημοκρατία δίνει έμφαση στην ανοικοδόμηση της Ακρόπολης και της Αγοράς της πόλης, καθώς και ναών στην πόλη και την αττική ύπαιθρο. Οικοδομικά προγράμματα εξελίχθηκαν διαδοχικά στην περίοδο του Κίμωνος, του Περικλή, στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, καθώς και στην περίοδο του Λυκούργου, τον 4ο αι. π.Χ.

Τα τείχη της Ακροπόλεως είναι της περιόδου του Κίμωνος, ο οποίος ενδιαφέρθηκε επίσης για την ανοικοδόμηση της Αγοράς. Ο Περικλής αντίθετα, ενδιαφέρθηκε για την ανέγερση οικοδομημάτων στην Ακρόπολη, και την ύπαιθρο χώρα (Μακρά τείχη, Τελεστήριο Ελευσίνας, πιθανότατα δωρικός ναός Ποσειδώνος στο Σούνιο). Την οικοδομική δραστηριότητα στην Ακρόπολη και την πόλη συνέχισαν οι Αθηναίοι και στην περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου. Τότε οικοδομήθηκαν εξ ολοκλήρου ιωνικοί ναοί, όπως ο ναός της Αθηνάς Νίκης και το Ερέχθειο στην Ακρόπολη, ο ναός πιθανότατα της Εύκλειας στον Άρειο Πάγο και ο ναός που αποδίδεται στην Αρτέμιδα Αγροτέρα στον Ιλισσό. Παράλληλα, ολοκληρώθηκε ο γλυπτός διάκοσμος του Ηφαιστείου, ενώ οικοδομήθηκε και ο δωρικός ναός της Νέμεσης στο ιερό της στο Ραμνούντα.

Στην Αγορά της Αθήνας, αμέσως μετά από την Περσική εισβολή, το 470 π.Χ. οικοδομούνται η Ποικίλη Στοά, η Θόλος (χώρος συνάθροισης και σίτισης των πρυτάνεων), καθώς και η Βασίλειος Στοά (επανοικοδόμηση) και το Παλαιό Βουλευτήριο. Στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. στην Αγορά οικοδομούνται το Νέο Βουλευτήριο, η Στοά του Ελευθερίου Διός, η Νότια Στοά Ι, και το Νομισματοκοπείο. Στη λυκούργεια περίοδο, στο β΄ μισό του 4ου αι. μ.Χ. οικοδομείται στη δυτική πλευρά της αθηναϊκής Αγοράς και ο μικρός ναός του Απόλλωνος Πατρώου. Τα διοικητικά οικοδομήματα βρίσκονται στην δυτική πλευρά της Αγοράς, ενώ εκείνα που εξυπηρετούσαν την εμπορική λειτουργία στην ανατολική πλευρά της. Πάνω στο λόφο του Αγοραίου Κολωνού υψωνόταν το Ηφαίστειο, ο κοινός ναός του Ηφαίστου και της Αθηνάς, πατρώων θεών της πόλης και προστατών των τεχνιτών. Στην πλατεία της Αγοράς υπάρχουν υπαίθρια μικρά ιερά αφιερωμένα σε ηρωικές και προγονικές λατρείες. Επίσης στα ΒΔ. της υπάρχει ο υπαίθριος βωμός των δώδεκα θεών και βορειότερα αυτού ο βωμός της Αφροδίτης Ουρανίας.

 

Λέξεις Κλειδιά: Παρθενών. Ναός Αθηνάς Νίκης, Ερέχθειο, Βουλευτήριο, Θόλος, Ηφαίστειο, Ποικίλη Στοά, ναός Νέμεσης στο Ραμνούντα, ναός Ποσειδώνος στο Σούνιο, ναός Διός στην Ολυμπία, ναός Επικουρίου Απόλλωνος.

O περίκλειος Παρθενών έχει εξωτερικά στο θριγκό του πτερού 92 ανάγλυφες μετόπες, οι οποίες αποτελούσαν εξαιρετικά πλούσιο γλυπτό διάκοσμο, o οποίος δεν συνηθιζόταν σε άλλους ελληνικούς ναούς, παρά μόνον σε Θησαυρούς. Οι μετόπες, χρονολογούνται μεταξύ 446-442 π.Χ. και συνιστούν το πρωιμότερο τμήμα του γλυπτού διακόσμου του ναού. Διακρίνουμε σε αυτές πολλά στοιχεία του Αυστηρού ρυθμού αλλά και ορισμένα χαρακτηριστικά του νέου Ώριμου Κλασικού ρυθμού στη γλυπτική. Οι μετόπες αποδίδουν μυθικά επεισόδια με συμβολικό περιεχόμενο. Στις βόρειες απεικονίζεται η Ιλίου Πέρσις, στις νότιες η Θεσσαλική Κενταυρομαχία, στις ανατολικές η Γιγαντομαχία και στις δυτικές η αττική Αμαζονομαχία. Τα τρία τελευταία μυθικά θέματα λειτουργούν αλληγορικά και συμβολίζουν τη νίκη των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Αθηναίων που εκπροσωπούν τον θρίαμβο του πολιτισμού εναντίον των δυνάμεων του χάους και της βαρβαρότητας που εκπροσωπούν οι Πέρσες. Είναι ωστόσο παράξενο ότι σε μερικές μετόπες στη νότια και τη δυτική ζωφόρο, οι Κένταυροι και οι Αμαζόνες αντίστοιχα υπερισχύουν των Ελλήνων. Η άλωση της Τροίας στις βόρειες μετόπες υπογράμμιζε τα δεινά του πολέμου για τους αμάχους.

 

Λέξεις Κλειδιά: Γιγαντομαχία, Θεσσαλική Κενταυρομαχία, Αμαζονομαχία. Ιλίου Πέρσις, Παναθηναϊκή πομπή, ιππείς, αποβάτης αγών, δωδεκάθεο, επώνυμοι ήρωες, Παναθηναϊκός πέπλος.

Tα αετωματικά γλυπτά του περίκλειου Παρθενώνος είναι τα τελευταία που κατασκευάσθηκαν και τοποθετήθηκαν στο οικοδόμημα (πιθανότατα μαζί με τα ακρωτήρια, το κεντρικό φυτικό και τις δύο πλάγιες Νίκες). Χρονολογούνται στο διάστημα 438-432 π.Χ. ΄Ισως σχεδιάσθηκαν από τον Φειδία, αλλά εκτελέσθηκαν από τους μαθητές του. Παρουσιάζουν την ολοκλήρωση του Ώριμου Κλασικού Ρυθμού, ενώ τα προoδευτικότερα από αυτά προοιωνίζουν εξελίξεις στη γλυπτική που θα συναντήσουμε στην ελληνιστική περίοδο. Το ανατολικό αέτωμα έχει ως θέμα τη θαυματουργή γέννηση της Αθηνάς παρουσία των Ολύμπιων θεών. Το κοσμοϊστορικό γεγονός οριοθετείται χρονικά από τα ουράνια σώματα, ΄Ηλιο και Σελήνη. Στο κέντρο τα αγάλματα που είναι σήμερα ως επί το πλείστον χαμένα, απεικόνιζαν τον Δία αμέσως μετά από τη γέννηση ιστάμενο και την Αθηνά επίσης ιστάμενη και πάνοπλη και κοντά σε αυτούς την ΄Ηρα και τον Ήφαιστο που κρατούσε ακόμη τον πέλεκυ με τον οποίο άνοιξε την κεφαλή του Διός για να γεννηθεί η Αθηνά. Το δυτικό αέτωμα παρίστανε την έριδα της Αθηνάς και του Ποσειδώνος για την κυριαρχία της Αττικής, με κριτές τις βασιλικές οικογένειες των Αθηνών (Κέκροπος και Ερεχθέως). Το αποτέλεσμα της κρίσης τους δεν έγινε δεκτό από τον Ποσειδώνα που πλημμύρισε τη χώρα. Απεικονίζεται η στιγμή κατά την οποία έπεφτε ανάμεσα στους δύο φιλονικούντες θεούς ο κεραυνός του Διός για να επιβάλλει την κυριαρχία της Αθηνάς σύμφωνα με την ετυμηγορία των θνητών. Παράλληλα σπεύδουν από τον Όλυμπο ο Έρμής και η Ίριδα για να μεταφέρουν και αυτοί την τελική κρίση του Διός. Στις γωνίες του δυτικού αετώματος υπάρχουν τοπιογραφικά στοιχεία, προσωποποιήσεις των ποταμών της Αθήνας (Ιλισσός, ή ίσως Ηριδανός) και της πηγής Καλλιρρόης Τα γλυπτά των δύο αετωμάτων είναι δουλεμένα πλήρως και στην πίσω όψη.  

 

Λέξεις Κλειδιά: Γέννηση της Αθηνάς, άρματα Ηλίου και Σελήνης, έριδα Αθηνάς και Ποσειδώνος, Κέκροψ, Ιλισσός, Καλλιρόη.

O Φειδίας δημιούργησε την Αθηνά Παρθένο μεταξύ 446 και 438 π.Χ. σύμφωνα με τις φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες. O Πλίνιος, Ν.Η 36.18 και ο Παυσανίας 1.24.5-7 περιγράφουν το άγαλμα, ενώ τα στοιχεία που προσφέρουν συμπληρώνονται από τα μαρμάρινα αντίγραφά του μικρότερης κλίμακας ελληνιστικών και κυρίως ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων. Επίσης, επιμέρους παραπληρωματικές λεπτομέρειές του παραδίδονται από τη μεταγενέστερη αντιγραφική παράδοση, σε νομίσματα, μετάλλια, πολύτιμους λίθους, ανάγλυφους μαρμάρινους πίνακες και ανάγλυφες μαρμάρινες σαρκοφάγους.

H χρυσελεφάντινη Αθηνά στηρίζεται στο δεξιό σκέλος και φορά αττικό πέπλο και Γοργόνειο με αιγίδα στο στήθος. Το αριστερό χέρι της ακουμπά στην άντυγα της όρθιας στο έδαφος ασπίδας της στο εσωτερικό της οποίας κουλουριάζεται το φίδι Εριχθόνιος. Παρουσιάζεται συνεπώς η θεά σε κινητικότητα, ετοιμοπόλεμη. Στο κράνος της υπάρχουν τρία λοφία, το μεσαίο στηρίζεται σε Σφίγγα και τα δύο εκατέρωθεν σε Πήγασους. Ανάγλυφοι γρύπες αποδίδονται στις ανασηκωμένες παραγναθίδες του αττικού κράνους της. Στο εξωτερικό της ασπίδας της Αθηνάς παριστανόταν ανάγλυφη σε επάργυρο ή επιχρυσωμένο χαλκό η αττική Αμαζονομαχία, ενώ στο εσωτερικό της γραπτή η Γιγαντομαχία. Τέλος, στις σόλες των σανδαλιών της απεικονιζόταν ανάγλυφη η θεσσαλική Κενταυρομαχία. H βάση του αγάλματος από πεντελικό μάρμαρο ήταν επενδεδυμένη με σκούρο ελευσινιακό ασβεστόλιθο και έφερε ζωφόρο με ένθετες χρυσελεφάντινες μορφές, οι οποίες απεικόνιζαν τη δημιουργία της πρώτης γυναίκας της Πανδώρας, από τους Πατρώους θεούς της Αθήνας, την Αθηνά και τον Ήφαιστο, ενώ παρέστεκαν άλλες θεότητες. H αντιστοιχία των αφηγηματικών εικονογραφικών συνθέσεων που κοσμούσαν το φειδιακό άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου με τα μυθολογικά θέματα στις μετόπες και το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνος υποβάλλουν την υπόθεση ότι ο Φειδίας θα πρέπει επίσης να συμμετείχε άμεσα ή έμμεσα τουλάχιστον στο σχεδιασμό των αρχιτεκτονικών γλυπτών του ναού.

Oι μαθητές του Φειδία, ο Αθηναίος Αλκαμένης και ο Πάριος Αγοράκριτος θεωρείται ότι εργάστηκαν για την ιωνική ζωφόρο του Παρθενώνος και τα εναέτια γλυπτά του αντίστοιχα, ενώ ασχολήθηκαν και με άλλα αρχιτεκτονικά γλυπτά (λ.χ. ναός και θωράκιο της Αθηνάς Νίκης, Ερέχθειο) , αλλά και ελεύθερα αγάλματα στην Αθήνα και την Αττική στην περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Αγοράκριτος έχει συνδεθεί με το τεχνοτροπικό ρεύμα του Πλούσιου ρυθμού, ενώ ο Αλκαμένης αντίστοιχα με τον Ήσυχο ρυθμό, δύο τεχνοτροπίες που συνυπήρξαν.

 

Λέξεις Κλειδιά: Αθηνά Παρθένος, Αμαζονομαχία ασπίδας, δημιουργία της Πανδώρας, Ζεύς Ολυμπίας.

Ο Πολύκλειτος, περίπου σύγχρονος του Αθηναίου Φειδία, ήταν χαλκοπλάστης με έδρα το Άργος. Υπήρξε καινοτόμος και εισήγαγε μία σειρά από νεωτερισμoύς στη γλυπτική δημιουργία. Η κυριότερη μεταβολή είναι ότι εισήγαγε ένα νέο μοτίβο στήριξης διαφοροποιώντας εντονότερα τη λειτουργική διαφοροποίηση των σκελών ως προς τη στήριξη του κορμού. Το άνετο σκέλος ανακουφίζεται πλήρως από το βάρος και έρχεται προς τα πίσω πατώντας με τα άκρα των δακτύλων. Αντίστοιχα το φέρον χέρι είναι αυτό που αντιστοιχεί στο άνετο σκέλος και το ελεύθερο χέρι αντιστοιχεί στο στάσιμο σκέλος. Η κεφαλή στρέφεται προς το φέρον/στάσιμο σκέλος. Αυτός είναι ο πολυκλείτιος κανόνας της ζύγισης που ενισχύει τον χιασμό των κινήσεων (ανέβασμα ισχίου φέρουσας πλευράς και κατέβασμα ώμου, και αντίθετα χαμήλωμα ισχίου και άνοδος ώμου στην άνετη πλευρά του σώματος). Ένα άλλο χαρακτηριστικό των έργων του Πολυκλείτου είναι το ορθογώνιο σχήμα που δίνει στους μυς του σώματος. Κατασκεύασε πολλά αγάλματα αθλητών και λιγότερες παραστάσεις θεών και ήταν διάσημος στην αρχαία παράδοση. Δημιούργησε σχολή και οι μαθητές του έδρασαν στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ.    

 

Λέξεις Κλειδιά: πολυκλείτιο μοτίβο στήριξης, ζύγιση, χιασμός κινήσεων, δορυφόρος, αυτοδιαδούμενος αθλητής.

Τα Πανελλήνια ιερά, Ολυμπία, Δελφοί, Ισθμία και Νεμέα αναπτύχθηκαν ουσιαστικά τον 8ο αι. π.Χ., ενώ προσέλαβαν τον βασικό χαρακτήρα τους στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο. Συνδυάζουν τη λατρεία μειζόνων θεοτήτων του Ολυμπιακού κύκλου, κυρίως του Διός, του Απόλλωνα, του Ποσειδώνα, και της Αθηνάς με τους αθλητικούς αγώνες. Από αυτά μελετάμε τα δύο κυριότερα, της Ολυμπίας και των Δελφών και εξετάζουμε την τοπογραφία και τη μνημειακή ανάπτυξή τους στον 5ο και 4ο αι. π.Χ. Η έμφασή τους είναι στη συγκριτική εξέταση όσον αφορά το χαρακτήρα της λατρείας, μιας ή περισσότερων θεοτήτων, τον αριθμό των ναών, την ύπαρξη και τη διάταξη Θησαυρών, την παρουσία και το είδος των βωμών, τις αθλητικές εγκαταστάσεις, την παρουσία των διοικητικών κτηρίων, τα στοιχεία ηρωολατρείας, και τέλος τη λειτουργία θεάτρου ή μαντείου.  

 

Λέξεις Κλειδιά: ναός Απόλλωνος, Θησαυρός Σιφνίων, Θησαυρός Αθηναίων, Ηραίο, ναός Διός, ΄Αλτις, Στάδιο, άνδηρο Θησαυρών, Φιλιππείο.

Ναός του Ασκληπιού στην Επίδαυρο

Ο ναός του Ασκληπιού στο ιερό του στην Επίδαυρο ήταν δωρικός περίπτερος, με 6 x 11 κίονες στο πτερό και χωρίς οπισθόδομο, είχε επομένως βαριές αναλογίες. Μέσα στο ναό αυτό, ο οποίος χρονολογείται στη δεκαετία 380-370 π. Χ. βρισκόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ασκληπιού, έργο του Πάριου γλύπτη Θρασυμήδη. Όπως το λατρευτικό άγαλμα συνεχίζει τη φειδιακή παράδοση του 5ου αι. π.Χ. για την κατασκευή χρυσελεφάντινων λατρευτικών αγαλμάτων, κατά τον ίδιο τρόπο και τα σπουδαία αρχιτεκτονικά γλυπτά του ναού αυτού συνδέονται καλλιτεχνικά με την αττική γλυπτική παράδοση του ύστερου 5ου αι. π.Χ. Σύμφωνα με την οικοδομική επιγραφή του ναού του Aσκληπιού (IG IV2 102 AI-BI), ο αρχιτέκτονας του ήταν ο Θεόδοτος, ενώ ανάμεσα στους γλύπτες των εναέτιων γλυπτών και των ακρωτηρίων αναφέρεται ο Τιμόθεος, σημαντικός κατά την αρχαία φιλολογική παράδοση γλύπτης του 4ου αι. π.Χ.

Ναός της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα

Ο ναός της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα ήταν δωρικός περίπτερος ναός με κορινθιακούς ημικίονες συμφυείς με τους τοίχους εσωτερικά του σηκού και πλευρική είσοδο στη βόρεια μακρά πλευρά. Χρονολογείται στη δεκαετία 345 -335 π.Χ και ο Παυσανίας (8.45.5) αναφέρει ως αρχιτέκτονά του τον διάσημο Πάριο γλύπτη Σκόπα. Ακολουθεί την αρχιτεκτονική παράδοση του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες Φιγαλείας, αλλά και του ναού του Διός στην Ολυμπία. Είχε ανάγλυφες μετόπες στο πρόναο και τον οπισθόδομο, εναέτια γλυπτά με θέματα το μύθο του Τήλεφου και το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου και Αύρες ως ακρωτήρια, σωζόμενα σήμερα πολύ αποσπασματικά.

Ναός του Διός στη Νεμέα

Ο ναός του Διός στη Νεμέα του ύστερου 4ου αι .π.Χ., δωρικός περίπτερος με κιονοστοιχία 6 x12, από ασβεστόλιθο Κλεωνών, χωρίς οπισθόδομο και με υπόγειο άδυτο σύμφωνα με την τοπική λατρευτική παράδοση, διέθετε εσωτερική δίτονη κιονοστοιχία εντός του σηκού με ιωνικούς και κορινθιακούς κίονες, ενώ δεν έφερε αρχιτεκτονικά γλυπτά.

 

Λέξεις Κλειδιά: ναός Ασκληπιού στην Επίδαυρο, ναός Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα, ναός Διός στη Νεμέα.

Ναός της Αθηνάς Πολιάδος στην Πριήνη

O ναός της Αθηνάς Πολιάδος στην Πριήνη θεωρείται ο κανόνας του ιωνικού ρυθμού. Οικοδομήθηκε από ασβεστόλιθο, είναι περίπτερος κανονικής κάτοψης με πρόναο και οπισθόδομο και περίσταση 6 x 11 κιόνων. Χρονολογείται μεταξύ 350 και 330 π.Χ. και αρχιτέκτονάς του ήταν ο περίφημος Πύθεος που σχεδίασε και το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού. Οι ανάγλυφες παραστάσεις στα φατνώματα της περίστασης χρονολογούνται αργότερα, στον 2ο αι. π.Χ.

Ναός του Απόλλωνος στα Δίδυμα της Μιλήτου

Ο μεγάλος δίπτερος ιωνικός ναός του Απόλλωνος στα Δίδυμα της Μιλήτου, που ολοκληρώθηκε στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή παρουσιάζει αρχιτεκτονικές ιδιομορφίες που οφείλονται στην αρχιτεκτονική παράδοση του αρχαϊκού προκατόχου του, το σχέδιο του οποίου ακολουθεί στην κάτοψη, αλλά και στη λειτουργία του ναού αυτού ως μαντείου. Στην κάτοψη παρατηρούμε εξαιρετικά βαθύ πρόναο με τρεις σειρές κιόνων και ακολουθεί άβατο πρόπυλο με υπερυψωμένο κατώφλι προς τον υπαίθριο σηκό που έχει τη μορφή αυλής . Η πρόσβαση στην εσωτερική αυτή αυλή γίνεται από τις πλαϊνές καμαροσκεπείς σήραγγες του προπύλου. Στο βάθος της αυλής που χαρακτηρίζεται στις επιγραφικές μαρτυρίες ως άδυτο υπήρχε ναΐσκος, ο οποίος και στέγαζε το λατρευτικό άγαλμα. Στον υπαίθριο χώρο του σηκού – αυλή λειτουργούσε το μαντείο του Απόλλωνος, με πηγή και βωμούς. Ο πιστός επέστρεφε στο πρόπυλο για την έξοδό του μέσω μνημειακής κλίμακας στο ανατολικό τμήμα της αυλής, και από εκεί μέσω τριμερούς εισόδου έφθανε σε δύο πλευρικές κλίμακες, που οδηγούσαν στην είσοδο προς τον πρόναο, αλλά ίσως και τη στέγη. Είναι σαφές ότι την αρχιτεκτονική του ναού αυτού υπαγόρευε το τελετουργικό τυπικό, σύμφωνα με το οποίο όφειλε να κινηθεί ο λατρευτής, o οποίος ήθελε να εισέλθει στο εσωτερικό του και να συμβουλευθεί το μαντείο.

 

Λέξεις Κλειδιά: Ναός Αθηνάς Πολιάδος στην Πριήνη, ναός Απόλλλωνος στα Δίδυμα Μιλήτου.

Στον 4ο αι. π.Χ. συνεχίζεται στον αττικό Κεραμεικό το «διακοσμητικό στυλ» της προηγούμενης περιόδου. Συνυπάρχει στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα με το «απλούστερο στυλ» , ενώ εμφανίζονται και τα αγγεία με ανάγλυφη διακόσμηση ή αυτά που συνδυάζουν την ανάγλυφη με την ερυθρόμορφη τεχνική , όπως οι λήκυθοι του Αθηναίου κεραμέα Ξενόφαντου που δούλεψε στην Κριμαία. Για την αγορά στο Κερτς (Παντικάπαιον της Κριμαίας) αναπτύσσεται στην Αθήνα από το 370 έως το 320 π.Χ. ο ρυθμός ή στυλ Κερτς, με έντονη πολυχρωμία, έμφαση στη διακοσμητική λεπτομέρεια και επίδραση της μεγάλης πλαστικής. Τα συνήθη θέματα στα αγγεία αυτά είναι από τον κόσμο των γυναικών, του μύθου και της λατρείας. Κυριότερος εκπρόσωπος του Ρυθμού Κερτς είναι ο Ζωγράφος του Μαρσύα.  

 

Λέξεις Κλειδιά: Ρυθμός Κερτς, Zωγράφος του Μαρσύα, Ξενόφαντος, Zωγράφος του Δαρείου, Ασστέας, αγγεία φλύακες, Μακεδονικοί τάφοι, βασιλικό κυνήγι στον λεγόμενο τάφο του Φιλίππου Β΄, τοιχογραφία με την αρπαγή της Περσεφόνης στον κιβωτιόσχημο τάφο της Βεργίνας.

Ο Σκόπας καταγόταν από οικογένεια καλλιτεχνών της γλυπτικής στην Πάρο και τους απογόνους του συναντάμε ως τον 1ο αι. π.Χ. (Σκόπας ο νεότερος). Εργάστηκε για το Ιερό της Αφροδίτης στη Σαμοθράκη, όπου φιλοτέχνησε ένα γλυπτό σύνταγμα με την καθιστή Αφροδίτη να περιβάλλεται εκατέρωθεν από ιστάμενους δαίμονες, τον Πόθο και πιθανότατα τον Ίμερο. Ο Πόθος διασώθηκε σε πολλά ρωμαϊκά αντίγραφα. Ο Σκόπας εργάσθηκε επίσης στο ιερό της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα της Αρκαδίας, πιθανότερα ως αρχιτέκτονας και γλύπτης στο μνημειώδη βωμό του ιερού, o οποίος ήταν αφιερωμένος στον αρκαδικό Δία. Μία πρωτότυπη γυναικεία κεφαλή από αυτόν τον βωμό που ανήκε σε μία Μούσα ή Νύμφη και παλαιότερα είχε θεωρηθεί κεφαλή της θεάς Υγείας, σώζεται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.

Ο Ευφράνωρ από την Κόρινθο έδρασε κυρίως στην Αθήνα και ειδικευόταν σε εικονιστικά και λατρευτικά αγάλματα. Σώζεται ένα πρωτότυπο άγαλμά του, το μαρμάρινο άγαλμα του Απόλλωνος Πατρώου από τον ναό του στην Αθηναϊκή Αγορά (περ. 330 π.Χ.) Ο θεός απεικονιζόταν ως κιθαρωδός με χιτώνα, πέπλο και ιμάτιο, αλλά δεν σώζεται η κεφαλή του. Στον Ευφράνορα έχει αποδοθεί και ένα δεύτερο πρωτότυπο άγαλμα, η χάλκινη Αθηνά στο Μουσείο του Πειραιά. O Ευφράνωρ διακρινόταν για το ήθος και τη μεγαλοπρέπεια των εικόνων των θεών που δημιουργούσε και διακρίθηκε επίσης ως ζωγράφος.

Ο Αθηναίος γλύπτης Λεωχάρης, ο οποίος όπως και ο Σκόπας εργάσθηκε στο Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού (περ. 360-350 π.Χ.), διακρινόταν για τα μακριά μέλη και τις θεατρικές στάσεις των μορφών του. Αυτά είναι φανερά για παράδειγμα στο ρωμαϊκό αντίγραφο του Απόλλωνος Belvedere στο Βατικανό, το οποίο ανάγεται σε ένα πρωτότυπο έργο του γλύπτη. 

 

Λέξεις Κλειδιά: Πόθος, Απόλλων Πατρώος, Μαυσωλείο Αλικαρνασσού, Aπόλλων Belvedere.

Ο Πραξιτέλης είναι ο διασημότερος μετά από τον Φειδία Αθηναίος γλύπτης της κλασικής περιόδου. To πλήθος των αναφορών στο όνομα και στην τέχνη του στις φιλολογικές πηγές, καθώς και οι σωζόμενες υπογραφές του δεν μας βοηθούν ωστόσο να ανασυστήσουμε στην ουσία το έργο του, όσο τα αντίγραφα των δημιουργιών του και ένα μοναδικό ίσως σωζόμενο πρωτότυπο άγαλμά του. Υπήρξε μαρμαρογλύπτης και δευτερευόντως χαλκοπλάστης, εισήγαγε καινοτομίες στη γλυπτική τέχνη και εκτός από τα αγάλματα των θεών και των δαιμόνων κατασκεύασε και εικονιστικά αγάλματα. Ο Πραξιτέλης διατηρεί το μοτίβο στήριξης του Πολυκλείτου, αλλά στην ουσία καταργεί το ρόλο του στηρίζοντος σκέλους ως φορέα του βάρους του σώματος στις συνθέσεις με εξωτερικό στήριγμα, εφόσον το βάρος του αγάλματος μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό στο στήριγμα, και το σώμα διαγράφει ανάμεσα στους δύο πόλους στήριξης μία έντονη καμπύλη. Ανάμεσα στα διασημότερα έργα του Πραξιτέλη είναι Σάτυροι και Έρωτες, αγάλματα Αφροδίτης και Αρτέμιδας αλλά και του Απόλλωνος Σαυροκτόνου, καθώς και του Ερμή Διονυσοφόρου. Το τελευταίο σώζεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας και είναι με μεγάλη πιθανότητα πρωτότυπο έργο του καλλιτέχνη. Τα σώματα των ανδρικών μορφών του είναι εκθηλυσμένα και παρουσιάζουν σιγμοειδή κίνηση. Πρωτοποριακό έργο του είναι η Αφροδίτη Κνιδία, όπου απεικονίζεται για πρώτη φορά η θεά του έρωτα, γυμνή στο λουτρό της. Σε αυτό το έργο αλλά και σε άλλες δημιουργίες του ο Πραξιτέλης τοποθετεί τους θεούς μέσα σε ένα αφηγηματικό περιβάλλον, που συχνά ανακαλούσε στον αρχαίο θεατή ένα μύθο.

 

Λέξεις Κλειδιά: Ερμής Ολυμπίας, Σαυροκτόνος Απόλλων, Αφροδίτη της Κνίδου, αναπαυόμενος Σάτυρος, Αφροδίτη τύπου Arles, στήριγμα.

Ο Λύσιππος ήταν ο διασημότερος χαλκοπλάστης του 4ου αι. π.Χ. και θεωρείται ότι με το έργο του προετοιμάζει τη γλυπτική της Eλληνιστικής εποχής. Η έδρα του ήταν στη Σικυώνα της Πελοποννήσου , αλλά εργάστηκε στην κυρίως Ελλάδα και την Ιταλία, καθώς και για τη βασιλική αυλή της Μακεδονίας. Είχε επίσης πολλούς μαθητές, οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν στο πρώτο μισό του 3ου αι. π.Χ. Το έργο του ήταν πληθωρικό. Εισήγαγε καινοτομίες, όπως η αλλαγή των αναλογιών με την επιμήκυνση των σωμάτων των μορφών (η κεφαλή αποτελεί τώρα το 1/8 το συνολικού ύψους της μορφής), η συστροφή των μορφών στο χώρο, η προοπτική βράχυνση, αλλά και η αλλαγή στο μοτίβο στήριξης. Ο Λύσιππος διαλέγει να αποδώσει την κίνηση της στιγμής κατά την οποία η μορφή ετοιμάζεται να αλλάξει στάσιμο σκέλος. Αυτό φαίνεται από το σχετικό τέντωμα του άνετου σκέλους που πατά τώρα με ολόκληρο το πέλμα και τη σύσφιξη των μυών του, οπότε το άνετο σκέλος φαίνεται έτοιμο να αναλάβει τη στηρικτική λειτουργία και να γίνει στάσιμο. Σώζονται αντίγραφα των πολυάριθμων έργων του Λυσίππου, όπως ο τοξοβόλος Έρωτας, ο κουρασμένος Ηρακλής, ο αποξυόμενος αθλητής, η προσωποποίηση του Καιρού (ευκαιρίας), το πορτρέτο του Σωκράτη αλλά και πορτρέτα του Μ. Αλεξάνδρου. Επίσης, ο Λύσιππος πειραματίστηκε με την κολοσσική, αλλά και τη μικροσκοπική κλίμακα στις συνθέσεις του.

 

Λέξεις Κλειδιά: αποξυόμενος αθλητής, τοξοβόλος Έρως, αναπαυόμενος Ηρακλής, Καιρός, πορτρέτα Μ. Αλεξάνδρου, Αγίας από ανάθημα του Δαόχου στους Δελφούς.

H νομοθεσία κατά των πολυτελών επιτύμβιων αναγλύφων που επιβλήθηκε στην Αθήνα στο τέλος του 6ου αι. π.Χ. από την Κλεισθένειο δημοκρατία, σταμάτησε την παραγωγή και των αναθηματικών αναγλύφων των αρχαϊκών χρόνων. Μετά από το τέλος των εργασιών στον Παρθενώνα και ιδίως κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, ξαναρχίζει η παραγωγή και των δύο αυτών κατηγοριών ανάγλυφων αθηναϊκών μνημείων, ενώ εμφανίζεται και μια νέα κατηγορία αναγλύφων, τα ψηφισματικά ανάγλυφα, τα οποία οφείλουν την ύπαρξή τους στους θεσμούς της δημοκρατικής πόλης. Οι δύο πρώτες κατηγορίες αναγλύφων, τα αττικά επιτύμβια και αναθηματικά ανάγλυφα σταματούν κατά κανόνα στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. με την απαγορευτική νομοθεσία του Δημητρίου Φαληρέα.

 

Λέξεις Κλειδιά: επιτύμβιο ανάγλυφο Ηγησούς, επιτύμβιο ανάγλυφο νέου του Ιλισσού, αναθηματικό ανάγλυφο του Νεοπτολέμου, ψηφισματικό ανάγλυφο με τον Δήμο και τη Δημοκρατία.

Ανοικτό Ακαδ. Μάθημα

Ανοικτά Ακαδημαϊκά Μαθήματα
Επίπεδο: A-

Αρ. Επισκέψεων :  4781
Αρ. Προβολών :  17582

Ημερολόγιο